jackass
jack
ʤæk
τζαικ
ass
ɑ:s
ασ

Ορισμός και σημασία του "jackass"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or stubbornly obnoxious person 
jackass definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jackasses
Παραδείγματα
The jackass revved his engine at 3 a.m. waking the neighborhood. 

Ο ηλίθιος έκανε ρεβ βόλτα τον κινητήρα του στις 3 π.μ., ξυπνώντας τη γειτονιά.

02

αρσενικός γάιδαρος, γάιδαρος

male donkey 
jackass definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jackassery
jackass

jack

+

ass

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store