Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jackass
01
ηλίθιος, βλάκας
a stupid, foolish, or stubbornly obnoxious person
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackasses
Παραδείγματα
The jackass revved his engine at 3 a.m. waking the neighborhood.
Ο ηλίθιος έκανε ρεβ βόλτα τον κινητήρα του στις 3 π.μ., ξυπνώντας τη γειτονιά.
02
αρσενικός γάιδαρος, γάιδαρος
male donkey
Λεξικό Δέντρο
jackassery
jackass
jack
ass



























