Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to irrigate
01
αρδεύω, ποτίζω
to supply crops, land, etc. with water, typically by artificial means
Transitive: to irrigate crops or land
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
irrigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrigates
ενεστώτα μετοχή
irrigating
απλός αόριστος
irrigated
παθητική μετοχή
irrigated
Παραδείγματα
They irrigate the fields using a network of sprinklers to ensure even water distribution.
Ποτίζουν τα χωράφια χρησιμοποιώντας ένα δίκτυο ψεκαστήρων για να εξασφαλίσουν ομοιόμορφη κατανομή του νερού.
02
πλένω, καθαρίζω
to cleanse a wound or body cavity with a liquid, usually saline solution, for hygiene or therapeutic purposes
Transitive: to irrigate a wound or body cavity
Παραδείγματα
The nurse used a syringe to irrigate the patient's wound with saline.
Η νοσοκόμα χρησιμοποίησε μια σύριγγα για να πλύνει το τραύμα του ασθενούς με φυσιολογικό διάλυμα.
Λεξικό Δέντρο
irrigation
irrigate



























