Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresponsible
01
ανεύθυνος, αμελής
neglecting one's duties or obligations, often causing harm or inconvenience to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irresponsible
συγκριτικός βαθμός
more irresponsible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The irresponsible use of natural resources led to environmental degradation in the area.
Η ανεύθυνη χρήση των φυσικών πόρων οδήγησε στην περιβαλλοντική υποβάθμιση στην περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
irresponsible
responsible
response



























