Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irresponsible
01
ανεύθυνος, αμελής
neglecting one's duties or obligations, often causing harm or inconvenience to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irresponsible
συγκριτικός βαθμός
more irresponsible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was fired from his job for consistently showing up late and being irresponsible with his tasks.
Απολύθηκε από τη δουλειά του γιατί συνέχεια άργουσε και ήταν ανεύθυνος με τις εργασίες του.
Λεξικό Δέντρο
irresponsible
responsible
response



























