Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iron
01
σίδηρος, μέταλλο
a metallic chemical element with a silvery-gray appearance, widely used for making tools, steel, buildings, and various industrial products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Iron is commonly used in construction to make buildings and bridges.
Ο σίδηρος χρησιμοποιείται συνήθως στην κατασκευή για την κατασκευή κτιρίων και γεφυρών.
Παραδείγματα
My sister taught me a handy trick to iron collars and cuffs.
Η αδερφή μου μου έμαθε έναν πρακτικό τρόπο για να σιδερώνω κολάρες και μανσέτες.
03
σίδερο, μπαστούνι γκολφ με σχετικά στενό μεταλλικό κεφάλι
a golf club that has a relatively narrow metal head
04
σιδερένιο σημάδι, σημαδευτής κτηνοτροφίας
implement used to brand live stock
05
σίδηρος, μεταλλεύμα σιδήρου
a natural mineral found in the earth, food, and the body that helps make healthy blood
Παραδείγματα
The doctor said she needs more iron in her diet.
Ο γιατρός είπε ότι χρειάζεται περισσότερο σίδηρο στη διατροφή της.
to iron
01
σιδερώνω
to use a heated appliance to straighten and smooth wrinkles and creases from fabric
Transitive: to iron fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
iron
γ΄ ενικό πρόσωπο
irons
ενεστώτα μετοχή
ironing
απλός αόριστος
ironed
παθητική μετοχή
ironed
Παραδείγματα
She irons her shirts before going to work to ensure they look neat and tidy.
Αυτή σιδερώνει τις μπλούζες της πριν πάει στη δουλειά για να διασφαλίσει ότι φαίνονται τακτοποιημένες και καθαρές.
iron
01
σίδηρος, σιδερένιος
extremely robust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most iron
συγκριτικός βαθμός
more iron
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
ironic
ironist
ironlike
iron



























