Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to invigilate
01
επιτηρώ, εποπτεύω
to monitor, especially during an examination, to ensure that rules are followed and cheating is prevented
Παραδείγματα
Online exams were invigilated using specialized software to detect any irregularities or cheating.
Οι διαδικτυακές εξετάσεις επιτηρούνταν χρησιμοποιώντας εξειδικευμένο λογισμικό για την ανίχνευση τυχόν αταξιών ή εξαπάτησης.
Λεξικό Δέντρο
invigilation
invigilator
invigilate
invigil



























