Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to invigilate
01
επιτηρώ, εποπτεύω
to monitor, especially during an examination, to ensure that rules are followed and cheating is prevented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
invigilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
invigilates
ενεστώτα μετοχή
invigilating
απλός αόριστος
invigilated
παθητική μετοχή
invigilated
Παραδείγματα
The teacher was assigned to invigilate the final exams to ensure a fair testing environment.
Ο δάσκαλος ανατέθηκε να επιτηρεί τις τελικές εξετάσεις για να διασφαλίσει ένα δίκαιο περιβάλλον δοκιμής.
Λεξικό Δέντρο
invigilation
invigilator
invigilate
invigil



























