Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inverted
01
ανεστραμμένος, αντεστραμμένος
being in such a position that top and bottom are reversed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inverted
συγκριτικός βαθμός
more inverted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, orientation, geometry
02
ανεστραμμένος, αντεστραμμένος
(of a plant ovule) completely inverted; turned back 180 degrees on its stalk
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inverted
invert



























