Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arctic fox
01
αρκτική αλεπού, πολική αλεπού
thickly-furred fox of Arctic regions; brownish in summer and white in winter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Arctic foxes



























