Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intolerant
01
αμείλικτος, ασυμβίβαστος
not open to accept beliefs, opinions, or lifestyles that are unlike one's own
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intolerant
συγκριτικός βαθμός
more intolerant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His intolerant attitude toward people of different religions created tension in the community.
Η ανοχή του στάση απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών δημιούργησε ένταση στην κοινότητα.
02
ανεκτικός, ευαίσθητος
unable to tolerate certain foods, medications, or substances
Παραδείγματα
He is lactose intolerant and cannot drink milk.
Είναι ανεκτικός στη λακτόζη και δεν μπορεί να πιει γάλα.
Λεξικό Δέντρο
intolerant
tolerant
toler



























