Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Interstice
01
διάκενο, χάσμα
a space between or inside things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interstices
02
διάκενο
a small structural space between tissues or parts of an organ



























