interpersonal
in
ˌɪn
in
ter
per
ˈpɜ:
so
nal
nəl
nēl
nonpersonalimpersonal

Ορισμός και σημασία του "interpersonal"στα αγγλικά

interpersonal
01

διαπροσωπικός, σχεσιακός

relating to interactions or relationships between people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Effective communication is essential for positive interpersonal relationships. 

Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι απαραίτητη για θετικές διαπροσωπικές σχέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store