Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internationally
01
διεθνώς, σε διεθνές επίπεδο
in a way that relates to multiple nations or the entire world
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The conference attracted participants and experts internationally.
Το συνέδριο προσέλκυσε συμμετέχοντες και ειδικούς διεθνώς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
internationally
international
internation



























