Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internationalist
/ˌɪnɝˈnæʃənəɫɪst/, /ˌɪntɝˈnæʃənəɫɪst/
Internationalist
01
διεθνιστής, παγκοσμιοποιητής
a person who believes countries should cooperate and work together for common goals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
internationalists
Παραδείγματα
Many internationalists argue that climate change requires worldwide cooperation.
Πολλοί διεθνιστές υποστηρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή απαιτεί παγκόσμια συνεργασία.
02
διεθνιστής, μέλος της διεθνούς
a member of a socialist or communist international
internationalist
01
διεθνιστικός, διεθνιστικός
influenced by or advocating internationalism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
internationalist
international



























