Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Internationalist
01
διεθνιστής, παγκοσμιοποιητής
a person who believes countries should cooperate and work together for common goals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
internationalists
Παραδείγματα
She is a well-known internationalist who promotes global peace.
Είναι μια γνωστή διεθνίστρια που προωθεί την παγκόσμια ειρήνη.
02
διεθνιστής, μέλος της διεθνούς
a member of a socialist or communist international
internationalist
01
διεθνιστικός, διεθνιστικός
influenced by or advocating internationalism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
internationalist
international



























