Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Internationalism
01
διεθνισμός, διεθνές χαρακτήρα
quality of being international in scope
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
διεθνισμός, κοσμοπολιτισμός
the belief that countries should work together and prioritize shared interests over conflicts
Παραδείγματα
The organization promotes internationalism through global peace initiatives.
Ο οργανισμός προωθεί τον διεθνισμό μέσω παγκόσμιων πρωτοβουλιών για την ειρήνη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
internationalism
international



























