internal rhyme
in
ɪn
in
ter
ˈtɜ:
nal
nəl
nēl
rhyme
raɪm
raim

Ορισμός και σημασία του "internal rhyme"στα αγγλικά

Internal rhyme
01

εσωτερική ομοιοκαταληξία, ομοιοκαταληξία μέσα στη γραμμή

a rhyme in poetry that occurs in the middle of a single line of verse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
internal rhymes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store