Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Interjection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
interjections
Παραδείγματα
The teacher explained the concept of interjection during grammar class.
Ο δάσκαλος εξήγησε την έννοια του επιφώνημα κατά τη διάρκεια του μαθήματος γραμματικής.
02
επιφώνημα, διακοπή
the act of inserting a remark, comment, or action that interrupts or intervenes
Παραδείγματα
His interjection during the meeting changed the discussion.
Η παρεμβολή του κατά τη διάρκεια της συνάντησης άλλαξε τη συζήτηση.
03
επιφώνημα, φωνή
a sudden, emphatic exclamation conveying strong emotion
Παραδείγματα
An interjection of "Bravo!" erupted from the audience.
Μια επιφώνηση "Μπράβο!" ξέσπασε από το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
interjection
interject



























