Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interactive
01
συνεργιστικός, διαδραστικός
(of drugs, muscles, or similar agents) producing a combined effect greater than their individual effects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interactive
συγκριτικός βαθμός
more interactive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two medications are interactive and require careful dosing.
Τα δύο φάρμακα είναι αλληλεπιδρώντα και απαιτούν προσεκτική δοσολογία.
02
διαδραστικός, αλληλεπιδραστικός
involving mutual action or influence between two or more entities
Παραδείγματα
The interactive exhibit allowed visitors to manipulate virtual simulations.
Η διαδραστική έκθεση επέτρεψε στους επισκέπτες να χειριστούν εικονικές προσομοιώσεις.
03
διαδραστικός, αλληλεπιδραστικός
describing the constant passage of data between a computer or other device and a user
Παραδείγματα
The educational software offers interactive lessons that engage students in active learning.
Το εκπαιδευτικό λογισμικό προσφέρει διαδραστικά μαθήματα που εμπλέκουν τους μαθητές στην ενεργητική μάθηση.
Λεξικό Δέντρο
interactively
interactive
interact



























