Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interact
01
αλληλεπιδρούν, επικοινωνούν
to communicate with others, particularly while spending time with them
Intransitive: to interact | to interact with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interact
γ΄ ενικό πρόσωπο
interacts
ενεστώτα μετοχή
interacting
απλός αόριστος
interacted
παθητική μετοχή
interacted
Παραδείγματα
He finds it easy to interact with new people at social events.
Βρίσκει εύκολο να αλληλεπιδρά με νέα άτομα σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
02
αλληλεπιδρούν, επηρεάζουν το ένα το άλλο
to act in a manner that influences or affects one another
Intransitive: to interact with sb/sth
Παραδείγματα
The characters in the novel interact with each other in various unexpected ways.
Οι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με διάφορους απροσδόκητους τρόπους.
Λεξικό Δέντρο
interaction
interactive
interact



























