Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interact
01
αλληλεπιδρούν, επικοινωνούν
to communicate with others, particularly while spending time with them
Intransitive: to interact | to interact with sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interact
γ΄ ενικό πρόσωπο
interacts
ενεστώτα μετοχή
interacting
απλός αόριστος
interacted
παθητική μετοχή
interacted
Παραδείγματα
In the workshop, participants were encouraged to interact with each other to foster collaboration.
Στο εργαστήριο, οι συμμετέχοντες ενθαρρύνθηκαν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους για να ενισχύσουν τη συνεργασία.
02
αλληλεπιδρούν, επηρεάζουν το ένα το άλλο
to act in a manner that influences or affects one another
Intransitive: to interact with sb/sth
Παραδείγματα
It's fascinating to observe how animals in the wild interact with their environment.
Είναι συναρπαστικό να παρατηρείς πώς τα ζώα στην άγρια φύση αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους.
Λεξικό Δέντρο
interaction
interactive
interact



























