insulator
in
ˈɪn
in
su
sjʊ
syoo
la
leɪ
lei
tor
inoculatorinhalatorinflator

Ορισμός και σημασία του "insulator"στα αγγλικά

01

μονωτικό, απομονωτής

a substance that doesn't conduct heat, sound, etc. 
insulator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insulators
Παραδείγματα
The walls were lined with an insulator to keep the room warm. 

Οι τοίχοι ήταν επενδεδυμένοι με μονωτικό για να διατηρείται το δωμάτιο ζεστό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store