Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquisitively
01
περίεργα, με περιέργεια
in a way that shows a strong desire to learn, explore, or ask questions
Παραδείγματα
Reporters waited inquisitively for the official to clarify his earlier statement.
Οι δημοσιογράφοι περίμεναν περιέργως τον αξιωματούχο να διευκρινίσει την προηγούμενη δήλωσή του.
Λεξικό Δέντρο
inquisitively
inquisitive
inquisit



























