inquisition
Pronunciation
/ˌɪnkwəˈzɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "inquisition"στα αγγλικά

01

ανακριτική εξέταση, ενδελεχής έρευνα

a formal investigation or intense questioning, often conducted with harsh methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquisitions
Παραδείγματα
The suspect endured hours of relentless inquisition by the police.
Ο ύποπτος υπέμεινε ώρες αμείλικτης ανακρίσεως από την αστυνομία.
02

ιερά εξέταση, δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης

a former tribunal of the Roman Catholic Church (1232-1820) created to discover and suppress heresy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store