ink
ink
ɪnk
ink
zinccinque

Ορισμός και σημασία του "ink"στα αγγλικά

01

μελάνι

a black or colored liquid used for drawing, writing, etc. 
ink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inks
Παραδείγματα
The artist used black ink to create intricate line drawings in their sketchbook. 

Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε μαύρο μελάνι για να δημιουργήσει περίπλοκα σχέδια γραμμών στο σκιστολόγιο του.

02

μελάνι, έκκριση

a dark fluid released by cephalopods such as cuttlefish or squid for defense 
Παραδείγματα
The squid released a cloud of ink to escape the predator. 

Το καλαμάρι απελευθέρωσε ένα σύννεφο μελάνης για να ξεφύγει από το αρπακτικό.

to ink
01

μελανώνω, σημειώνω με μελάνι

to mark something with ink 
Transitive: to ink a text or design
to ink definition and meaning
Παραδείγματα
The author carefully inked the final draft of the manuscript before submission. 

Ο συγγραφέας προσεκτικά έβαψε με μελάνι το τελικό προσχέδιο του χειρογράφου πριν από την υποβολή.

02

μελανώνω, εφαρμόζω μελάνι

to apply ink to type or a stamp in preparation for printing 
Transitive: to ink a stamp or type
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ink
γ΄ ενικό πρόσωπο
inks
ενεστώτα μετοχή
inking
απλός αόριστος
inked
παθητική μετοχή
inked
Παραδείγματα
The printer inked the metal type before pressing it onto the paper. 

Ο εκτυπωτής μέλανε τον μεταλλικό τύπο πριν τον πιέσει στο χαρτί.

03

υπογράφω, επισημοποιώ

to sign a contract or legal document 
Transitive: to ink a contract
Παραδείγματα
After reviewing the terms, she inked the contract, sealing the deal. 

Αφού εξέτασε τους όρους, υπέγραψε τη σύμβαση, ολοκληρώνοντας τη συμφωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store