Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
injuries
Παραδείγματα
After the attack, she had a serious head injury.
Μετά την επίθεση, υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι.
02
τραυματισμός, πληγή
an accident that results in physical damage or hurt
03
αδίκημα, ζημία
wrongdoing that violates another's rights and is unjustly inflicted
04
τραυματισμός, βλάβη
an act that causes someone or something to receive physical damage
05
τραυματισμός, απώλεια μάχης
a casualty to military personnel resulting from combat
Λεξικό Δέντρο
injurious
injury



























