Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infernal
01
κολασμένος, διαβολικός
characteristic of or resembling Hell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infernal
συγκριτικός βαθμός
more infernal
διαβαθμίσιμο
02
κατάρατος, διαβολικός
expletives used informally as intensifiers
03
κολασμένος, διαβολικός
exceedingly evil, devilish, or inhuman
04
κολασμένος, του κάτω κόσμου
being of the underworld
05
κολασμένος, διαβολικός
relating to or having the qualities of hell, fire, or underworld of the dead
Infernal
01
κάτοικος της κόλασης, δαίμονας
an inhabitant of Hell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infernals
Λεξικό Δέντρο
infernally
infernal



























