Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexpedient
01
ανάρμοστος, μη πρακτικός
impractical, inconvenient, and inadvisable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inexpedient
συγκριτικός βαθμός
more inexpedient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
practicality, decision-making, evaluation
02
ακατάλληλος, όχι σοφός
not right for a desired result and therefore not wise to use
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inexpedient
expedient
expedi



























