Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indoor
01
εσωτερικός, σε εσωτερικό χώρο
(of a place, space, etc.) situated inside a building, house, etc.
Παραδείγματα
The indoor skating rink is a popular destination for families to enjoy ice skating during the winter months.
Ο κλειστός πάγος είναι ένας δημοφιλής προορισμός για οικογένειες να απολαύσουν το πατινάζ στον πάγο κατά τους χειμερινούς μήνες.
1.1
εσωτερικός, οικιακός
related to the conditions or environment inside buildings or enclosed spaces
Παραδείγματα
Poor indoor air quality may contribute to respiratory issues and other health problems.
Η κακή ποιότητα του εσωτερικού αέρα μπορεί να συμβάλλει σε αναπνευστικά προβλήματα και άλλα προβλήματα υγείας.
02
εσωτερικός, σε εσωτερικό χώρο
(of sports, activities, etc.) taking place within a building or enclosed space
Παραδείγματα
Indoor events like conferences and workshops are ideal for winter months.
Εσωτερικές εκδηλώσεις όπως συνεδρίες και εργαστήρια είναι ιδανικές για τους χειμερινούς μήνες.
03
εσωτερικός, για εσωτερικούς χώρους
intended to exist or be used inside a building
Παραδείγματα
Rabbits can make great indoor pets if they have enough space to roam indoors.
Τα κουνέλια μπορούν να γίνουν υπέροχα κατοικίδια σε εσωτερικούς χώρους αν έχουν αρκετό χώρο για να περιφέρονται μέσα.



























