Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indolent
01
οκνηρός, τεμπέλης
avoiding or resisting work, exertion, or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indolent
συγκριτικός βαθμός
more indolent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The indolent teenager showed little interest in household chores or responsibilities.
Ο τεμπέλης έφηβος έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τις οικιακές εργασίες ή τις ευθύνες.
02
ανώδυνος, αργά αναπτυσσόμενος
(of tumors, e.g.) slow to heal or develop and usually painless
Λεξικό Δέντρο
indolently
indolent
indol



























