Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indolence
01
νωθρότητα, τεμπελιά
a tendency to avoid work or physical activity or be idle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
indolences
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indolence
indol



























