indolence
Pronunciation
/ˈɪndələns/

Ορισμός και σημασία του "indolence"στα αγγλικά

01

νωθρότητα, τεμπελιά

a tendency to avoid work or physical activity or be idle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store