Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incombustible
01
άφλεκτος
having a fireproof quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
incombustible
combustible
combust
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άφλεκτος
Λεξικό Δέντρο