inaudible
in
ˈɪn
in
au
ɔ:
aw
di
di
ble
bəl
bēl
inedible

Ορισμός και σημασία του "inaudible"στα αγγλικά

01

αθόρυβος, ακούραστος

unable to be heard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inaudible
συγκριτικός βαθμός
more inaudible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, communication

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inaudible
audible
aud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store