Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inaudible
01
αθόρυβος, ακούραστος
unable to be heard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inaudible
συγκριτικός βαθμός
more inaudible
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
inaudible
audible
aud



























