inattentive
Pronunciation
/ˌɪnəˈtɛntɪv/

Ορισμός και σημασία του "inattentive"στα αγγλικά

inattentive
01

απρόσεκτος, αφηρημένος

not paying close attention or showing a lack of focus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inattentive
συγκριτικός βαθμός
more inattentive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inattentive driver failed to notice the traffic signal change, causing a delay in traffic flow.
Ο απρόσεκτος οδηγός δεν πρόσεξε την αλλαγή του σήματος κυκλοφορίας, προκαλώντας καθυστέρηση στη ροή της κυκλοφορίας.
02

απρόσεκτος, αφηρημένος

not showing due care or attention

Λεξικό Δέντρο

inattentive
attentive
attent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store