Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in use
01
κατειλημμένος, σε χρήση
(of facilities such as telephones or lavatories) unavailable for use by anyone else or indicating unavailability; (`engaged' is a British term for a busy telephone line)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
02
σε χρήση, χρησιμοποιείται αυτή τη στιγμή
currently being used



























