Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in store
01
αποθηκευμένο, αναμενόμενο
(of an event, situation, or outcome) waiting to happen in the future, typically expected or anticipated
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
What’s in store for the economy this year is still uncertain.
Αυτό που έρχεται για την οικονομία φέτος είναι ακόμα αβέβαιο.



























