Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in sight
01
ορατός, εν όψει
at or within a reasonable distance for seeing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in sight
συγκριτικός βαθμός
more in sight
διαβαθμίσιμο



























