in sight
Pronunciation
/ɪn sˈaɪt/

Ορισμός και σημασία του "in sight"στα αγγλικά

01

ορατός, εν όψει

at or within a reasonable distance for seeing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in sight
συγκριτικός βαθμός
more in sight
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store