in secret
Pronunciation
/ɪn sˈiːkɹət/

Ορισμός και σημασία του "in secret"στα αγγλικά

01

κρυφά, με μυστικότητα

in a manner that is away from public view or knowledge
in secret definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The negotiations took place in secret to avoid public speculation.
Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν κρυφά για να αποφευχθεί η δημόσια κερδοσκοπία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store