in person
in
ˈɪn
ιν
per
pɜ:
περ
son
sən
σαν

Ορισμός και σημασία του "in person"στα αγγλικά

01

αυτοπροσώπως

in the flesh; without involving anyone else 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store