in particular
in
ɪn
in
par
ti
ˈtɪ
ti
cu
kjʊ
kyoo
lar

Ορισμός και σημασία του "in particular"στα αγγλικά

in particular
01

ειδικότερα, ιδιαίτερα

used to specify or emphasize a particular aspect or detail within a broader context 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The study found several benefits of the new technology, in particular, its impact on productivity and cost savings. 

Η μελέτη βρήκε πολλά οφέλη της νέας τεχνολογίας, ειδικότερα, την επίδρασή της στην παραγωγικότητα και την εξοικονόμηση κόστους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store