in love
in
ɪn
in
love
lʌv
lav

Ορισμός και σημασία του "in love"στα αγγλικά

01

ερωτευμένος, γοητευμένος

marked by foolish or unreasoning fondness 
in love definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in love
συγκριτικός βαθμός
more in love
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store