Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in essence
01
στην ουσία, ουσιαστικά
used to get to the most important parts of something
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
In essence, the project's success depends on effective teamwork and communication.
Ουσιαστικά, η επιτυχία του έργου εξαρτάται από την αποτελεσματική ομαδική εργασία και επικοινωνία.
02
κατ' ουσίαν, ουσιαστικά
in a manner that emphasizes the most important aspects or qualities of something
Παραδείγματα
In essence, the project aims to address environmental sustainability by promoting renewable energy sources.
Ουσιαστικά, το έργο στοχεύει στην αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας με την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.



























