in demand
Pronunciation
/ɪn dɪmˈænd/

Ορισμός και σημασία του "in demand"στα αγγλικά

01

πολύ ζητημένος, επιθυμητός

greatly desired
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in demand
συγκριτικός βαθμός
more in demand
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store