Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in any case
01
σε κάθε περίπτωση, ούτως ή άλλως
used to indicate that something is true regardless of other factors or circumstances
Παραδείγματα
He may be late, but in any case, we ’ll begin without him.
Μπορεί να αργήσει, αλλά σε κάθε περίπτωση, θα ξεκινήσουμε χωρίς αυτόν.
02
σε κάθε περίπτωση, ούτως ή άλλως
making an additional point; anyway



























