Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in a way
01
κατά κάποιο τρόπο, κατά μία έννοια
in a particular manner or fashion, often used to describe a specific aspect or perspective
Παραδείγματα
She 's like a sister to me in a way, always there to listen and support me.
Είναι κατά κάποιο τρόπο σαν αδερφή για μένα, πάντα εκεί για να ακούει και να με στηρίζει.



























