in a way
in
ɪn
in
a
ei
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "in a way"στα αγγλικά

01

κατά κάποιο τρόπο, κατά μία έννοια

in a particular manner or fashion, often used to describe a specific aspect or perspective 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He was a mentor to me in a way, always offering guidance and support when I needed it. 

Ήταν κατά κάποιο τρόπο μέντοράς μου, κατά κάποιο τρόπο, προσφέροντας πάντα καθοδήγηση και υποστήριξη όταν τη χρειαζόμουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store