Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imprisonment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imprisonments
Παραδείγματα
He received five years' imprisonment for theft.
Έλαβε πέντε χρόνια φυλάκισης για κλοπή.
02
φυλάκιση, εγκλεισμός
the act of confining someone in a restricted space
Παραδείγματα
The villain's imprisonment in the tower lasted a month.
Η φυλάκιση του κακού στον πύργο διήρκησε ένα μήνα.
03
φυλάκιση, εγκλεισμός
the condition or state of being kept in confinement
Παραδείγματα
Years of imprisonment left him scarred emotionally.
Χρόνια φυλάκισης τον άφησαν συναισθηματικά σημαδεμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imprisonment
imprison



























