Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illustrative
01
εικονογραφικός, εξηγηματικός
clarifying by use of examples
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illustrative
συγκριτικός βαθμός
more illustrative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, explanation, education
02
εικονογραφητικός, επεξηγηματικός
providing clear examples or demonstrations to help explain something
Παραδείγματα
The photographs in the textbook were illustrative of various geological formations.
Οι φωτογραφίες στο σχολικό βιβλίο ήταν ενδεικτικές διαφόρων γεωλογικών σχηματισμών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
illustrative
illustrate



























