Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to idealize
01
εξιδανικεύω
to perceive or portray something as being better or more perfect than it actually is
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
idealize
γ΄ ενικό πρόσωπο
idealizes
ενεστώτα μετοχή
idealizing
απλός αόριστος
idealized
παθητική μετοχή
idealized
Παραδείγματα
Some advertisements idealize lifestyles to make products more appealing.
Μερικές διαφημίσεις εξιδανικεύουν τρόπους ζωής για να κάνουν τα προϊόντα πιο ελκυστικά.
02
εξιδανικεύω
to envision something in its best or perfect form
Παραδείγματα
Many artists idealize nature in their works, showcasing its untouched beauty.
Πολλοί καλλιτέχνες εξιδανικεύουν τη φύση στα έργα τους, παρουσιάζοντας την αμόλυντη ομορφιά της.
Λεξικό Δέντρο
idealized
idealize
ideal
ide



























