id
id
ɪd
id
tidydidyuntidy

Ορισμός και σημασία του "id"στα αγγλικά

01

id, το Εσ

(psychology) the part of the unconscious mind that is the source of basic instincts and drives 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
id
id
aɪdi:
aidi
idida
01

ταυτότητα, αναγνωριστικό

any document that shows someone's name and date of birth, typically with a photograph 
ID definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
IDs
Παραδείγματα
You will need an ID to enter the club. 

Θα χρειαστείτε ταυτότητα για να μπείτε στο κλαμπ.

01

αναγνωρίζω, ταυτοποιώ

to identify someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ID
γ΄ ενικό πρόσωπο
IDs
ενεστώτα μετοχή
IDing
απλός αόριστος
ID'd
παθητική μετοχή
ID'd
Παραδείγματα
The police officer quickly ID'd the suspect. 

Ο αστυνομικός γρήγορα προσδιόρισε τον ύποπτο.

02

ζητώ ταυτότητα, ελέγχω ταυτότητα

to ask someone to show an identification document to confirm their age or identity 
Παραδείγματα
I got ID'd at the entrance to the club. 

Μου ζήτησαν ταυτότητα στην είσοδο του κλαμπ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store