Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intensive care unit
01
μονάδα εντατικής θεραπείας, τμήμα εντατικής θεραπείας
a treatment unit in a hospital that provides continuous monitoring and intensive care for the critically ill or injured
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intensive care units
LanGeek



























