Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensive care unit
/ɪntˈɛnsɪv kˈɛɹ jˈuːnɪt/
ICU
Intensive care unit
01
μονάδα εντατικής θεραπείας, τμήμα εντατικής θεραπείας
a treatment unit in a hospital that provides continuous monitoring and intensive care for the critically ill or injured
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intensive care units



























