Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iconoclastic
01
εικονοκλαστικός, καταστροφέας εικόνων
relating to or advocating the removal, destruction, or prohibition of religious icons and images on grounds of idolatry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most iconoclastic
συγκριτικός βαθμός
more iconoclastic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Byzantine emperor issued iconoclastic decrees that ordered all church icons smashed.
Ο βυζαντινός αυτοκράτορας εξέδωσε εικονοκλαστικά διατάγματα που διέταζαν την καταστροφή όλων των εκκλησιαστικών εικόνων.
02
εικονοκλαστικός, ανατρεπτικός
marked by rejection of traditional doctrines, norms, or power structures
Παραδείγματα
The critic's iconoclastic review tore down decades of revered cinema in a single essay.
Η εικονοκλαστική κριτική του κριτική κατέστρεψε δεκαετίες σεβαστής κινηματογραφίας σε ένα μόνο δοκίμιο.



























