Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ice up
01
παγώνω, καλύπτομαι από πάγο
to get coated with ice, often due to freezing temperatures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
ice
ενεστώτας
ice up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ices up
ενεστώτα μετοχή
icing up
απλός αόριστος
iced up
παθητική μετοχή
iced up
Παραδείγματα
Be careful driving on the roads tonight; they might ice up with the dropping temperatures.
Να είστε προσεκτικοί όταν οδηγείτε στους δρόμους απόψε· μπορεί να παγώσουν με την πτώση της θερμοκρασίας.



























