Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ice up
[phrase form: ice]
01
παγώνω, καλύπτομαι από πάγο
to get coated with ice, often due to freezing temperatures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
ice
ενεστώτας
ice up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ices up
ενεστώτα μετοχή
icing up
απλός αόριστος
iced up
παθητική μετοχή
iced up
Παραδείγματα
Do n't forget to put salt on the driveway; otherwise, it will ice up and be dangerous to walk on.
Μην ξεχάσετε να βάλετε αλάτι στο δρόμο· διαφορετικά, θα παγώσει και θα είναι επικίνδυνο να περπατήσετε πάνω του.



























