Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ice pack
01
παγοθήκη, ψυκτικό σακουλάκι
a waterproof bag filled with frozen material, such as crushed ice, used to cool parts of the body to reduce swelling, relieve pain, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ice packs
Παραδείγματα
She placed an ice pack on her sprained ankle to reduce swelling.
Έβαλε ένα παγοσάκου στον στραμπουληγμένο της αστράγαλο για να μειώσει τον πρηξιμό.
02
παγοστιβάδα, πακέτο πάγου
a large expanse of floating ice



























