Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ice over
[phrase form: ice]
01
καλύπτομαι από πάγο, παγώνω
to get covered with a layer of ice, due to freezing conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
ice
ενεστώτας
ice over
γ΄ ενικό πρόσωπο
ices over
ενεστώτα μετοχή
icing over
απλός αόριστος
iced over
παθητική μετοχή
iced over
Παραδείγματα
We could n't fish on the river today because it had iced over completely.
Δεν μπορέσαμε να ψαρέψουμε στο ποτάμι σήμερα γιατί είχε καλυφθεί εντελώς με πάγο.



























